Πέμπτη, 17 Μάρτιος 2016 19:12
Δήμος Αχαρνών

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2016 - ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΟΜΑΔΑ Α

Α1. Να ελέγξετε ποιες από τις παρακάτω προτάσεις είναι σωστές ή λάθος γράφοντας την ένδειξη «Σωστό» ή «Λάθος» δίπλα από τον αριθμό της πρότασης:

1. Το ελληνικό κράτος θεωρήθηκε «ημιτελής κατασκευή» υπό την έννοια ότι θα έπρεπε να επιδιώξει την ανάπτυξη των παραγωγικών δομών του.

2. Το 1920, μετά την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου οι Σύμμαχοι προχώρησαν σ' έναν ιδιόμορφο δανεισμό της χώρας.

3. Οι ανησυχίες των στρατιωτικών για έναν μη αξιόμαχο στρατό επαληθεύθηκαν με την ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

4. Αιτία του διωγμού του 1914 αποτέλεσε και η εκκρεμότητας της αναγνώρισης της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά Αιγαίου από την Τουρκία, που προκάλεσε ελληνοτουρκική ένταση.

5. Στις 10 Δεκεμβρίου 1898 αποχώρησαν οι ξένοι ναύαρχοι από την Κρήτη πλην του Γάλλου ναυάρχου, Ποττιέ.

Α2. Δίπλα στις χρονολογίες που παρατίθενται να γράψετε το Ιστορικό γεγονός που αντιστοιχεί:

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ

ΓΕΓΟΝΟΣ

1866

1881-1893

12 Οκτωβρίου 1862

15 Μαρτίου 1910

Νοέμβριος 1919

30 Ιανουαρίου 1923

Δεκέμβριος 1926

1922-1931

2 Νοεμβρίου 1905

18 Σεπτεμβρίου 1906

Β1. Να δώσετε το περιεχόμενο των παρακάτω Ιστορικών Όρων: Τανζιμάτ, Ε.Α.Π., κρητική πολιτοφυλακή.

Γ. Να απαντήσετε στα παρακάτω ερωτήματα:

Γ1. Ποια η σχέση μεταξύ του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου και της εκμετάλλευσης των ορυχείων κατά το 19ο αιώνα;

Γ2. Ποια πολιτική κατάσταση διαμορφώθηκε στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και ποιες οι κοινωνικές αντιδράσεις;

Γ3. Ποιοι οργανισμοί δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα από το 1914 έως το 1920 για την προστασία και αποκατάσταση των προσφύγων και ποιο το έργο τους;

ΟΜΑΔΑ Β

ΠΗΓΗ 1

ΠΙΝΑΚΑΣ

Ανάπτυξη της βιομηχανίας

Έτος

Αριθμός βιομηχανιών

Αριθμός εργατών

Ιππο-δύναμη

Αξία των εγκαταστάσεων

Αξία τηςπαραγωγής(εκατ.)

1867

22

7.300

300

-

-

1873

95

7.342

1.967

20

-

1875

95

-

-

26

-

1878

108

-

2.884

-

-

1889

(145)

-

8.568

-

-

1892

-

-

10.000

42

-

1904

-

-

-

56

-

1917

2.213

35.500

70.000

200

200

1920

2.905

59.120

110.000

220

-

Κ. Τσουκαλά, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 260

ΚΕΙΜΕΝΟ

Η εμφάνιση νέων βιομηχανιών στην περίοδο 1864-1890 έχει ερμηνευθεί ως απόδειξη μιας σοβαρής πρώτης εκβιομηχάνισης και ως ένδειξη του καπιταλιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας.

Πρόκειται για παρερμηνεία. Οι νέες βιομηχανικές ίσως ν’ άλλαξαν αισθητά τη στατιστική εικόνα της ελληνικής οικονομίας, αλλά μια στατιστική χωρίς την κατάλληλη ερμηνεία μπορεί να είναι εξαιρετικά παραπλανητική. Μεταξύ 1886 και 1889 παρατηρείται αναμφιβόλως μια εντυπωσιακή αύξηση από 22 εργοστάσια σε 145, που αντιστοιχεί σε 600% περίπου. Με την ίδια αριθμητική λογική, αν χρησιμοποιηθούν ως βάση τα τρία ή τέσσερα εργοστάσια του 1830, η αύξηση ως το 1889 φτάνει στο αξιοθαύμαστο ποσοστό του 4.000%. Είναι φανερό ότι ποσοστά αυτού του είδους είναι παραπλανητικά, γιατί βασίζονται σε ένα σημείο εκκίνησης που βρίσκεται πολύ κοντά στο μηδέν.

Μια καθαρά ποσοτική αποτίμηση της εξέλιξης, άλλωστε μπορεί να παραπλανήσει και με την έλλειψη κάθε ποιοτικής επιφύλαξης. Στην ειδική αυτή περίπτωση, θα ήταν λάθος να μη ληφθεί υπόψη, πέρα από το ποσοτικό στοιχείο, και η διάρθρωση της αύξησης στον αριθμό των εργοστασίων. Μεταξύ 1875 και 1889, π.χ., παρατηρείται μια αύξηση από 95 σε 145 εργοστάσια. Αλλά από τις 50 νέες μονάδες, οι 44 ήταν αλευρόμυλοι και οι 4 ελαιοτριβεία. Επιπλέον οι περισσότερες εξυπηρετούσαν την σιτοπαραγωγή της Θεσσαλίας και της Άρτας και πολλές «προσαρτήθηκαν» στην Ελλάδα, μαζί με τις επαρχίες αυτές, το 1880. Επομένως η αύξηση δεν δείχνει εκβιομηχάνιση: απλώς κατοπτρίζει την εδαφική επέκταση της χώρας και την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού.

Η εικόνα μεταβάλλεται άρδην κατά τις δεκαετίες 1910 και 1920. Πράγματι, η εγκατεστημένη ιπποδύναμη αυξάνεται από τους 5.500 ίππους το 1893 σε 60.000 το 1920 και 230.000 το 1929. Ο αριθμός των εργοστασίων αυξάνεται από τα 208 εργοστάσια του 1893 ή τα 335 του 1909 σε 2.905 μονάδες το 1920. Τόσο ο αριθμός των εργοστασίων, επομένως, όσο και η ολική ιπποδύναμη δείχνουν ότι η «απογείωση» της ελληνικής βιομηχανίας έγινε όχι πριν, αλλά μετά το 1909 και ιδίως μετά το 1920.

Η μεταβολή αυτή δεν είναι μόνο ποσοτική, είναι και ποιοτική. Γιατί μετά το 1920 έχουν δημιουργηθεί και πολλά εργοστάσια με αυξημένη εργατική δύναμη. Πράγματι ο αριθμός των 2.905 μονάδων του 1920 περιλαμβάνει μόνο τα εργοστάσια με περισσότερους από 6 εργάτες, ενώ αυτή η διάκριση δεν ισχύει για τα προηγούμενα χρόνια. Επιπλέον στο σύνολο του 1920 υπάρχουν και 492 μονάδες με περισσότερους από 26 εργάτες, οι οποίες μάλιστα παρουσιάζουν ένα υψηλό μέσον όρο εργατικής δύναμης: 76 άτομα. Βέβαια αυτή η μέση δύναμη χρειάζεται προσεκτική στάθμιση. Ελάχιστες πολύ μεγάλες μονάδες που απασχολούν εκατοντάδες ή και χιλιάδες εργάτες αυξάνουν πολύ τον μέσο όρο. Αυτό δημιουργεί παραπλανητική εντύπωση για το μέγεθος των εργοστασίων. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα από αυτά πρέπει να ήταν πολύ πιο κοντά στο όριο των 26 παρά στον μέσο όρο των 76. Παραμένει, όμως, η εμφάνιση αρκετών μεγάλων εργοστασίων σε αυτή την περίοδο και η αύξηση της μέσης εργατικής δύναμης, στοιχεία που δείχνουν μια σοβαρή ποιοτική διαφοροποίηση στην ελληνική βιομηχανία.

Από την άλλη πλευρά οι ποιοτικές αυτές μεταβολές δεν πρέπει να οδηγήσουν και σε αντίθετες εκτιμήσεις, εξίσου ακραίες. Γιατί μπορεί να δείχνουν διαφοροποίηση από το παρελθόν, δείχνουν, όμως, και επίσης και τις ιδιομορφίες αυτής της νεότευκτης ελληνικής βιομηχανίας. Πρόκειται για μια βιομηχανία που, παρά την νεότητα και την αιφνίδια ακμή της, δεν μπορεί και πάλι να συγκριθεί με τους δυτικούς ανταγωνιστές της. Γιατί στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα νέα εργοστάσια έχουν πολύ μικρό μέγεθος και λειτουργούν με χαμηλής ποιότητας τεχνολογία. Αυτό είναι εμφανές από τη μέση εργατική δύναμη και τη μέση ιπποδύναμη που απασχολούν.

Γ. Δερτιλή, Κοινωνικός Μετασχηματισμός και Στρατιωτική Επέμβαση 1880-1909, σσ. 89-91

Μελετώντας τα στοιχεία που περιλαμβάνει ο πίνακας σε συνδυασμό με τις πληροφορίες του παραθέματος και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πληροφορίες του βιβλίου σας, να παρακολουθήσετε την πορεία ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας στο χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία και να καταγράψετε τα συμπεράσματα σας.

ΠΗΓΗ 2

ΚΕΙΜΕΝΟ Α

Στην ουσία, ο Τρικούπης εκπροσωπούσε τον εξευρωπαϊσμό της πολιτικής ζωής, ενώ ο Δηλιγιάννης την παραδοσιακή λειτουργία της. Ο Τρικούπης πίστευε ότι το κράτος χρειαζόταν πολιτική και οικονομική ανόρθωση, πριν γίνει λόγος για εμπλοκή σε αλυτρωτικές περιπέτειες. Γι’ αυτό και επεδίωξε να καταστήσει τη χώρα διεθνώς αξιόπιστη, να ενθαρρύνει την έναρξη της εκβιομηχάνισης, να βελτιώσει τις επικοινωνίες με την κατασκευή σιδηροδρόμων και την διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου, και να εκσυγχρονίσει το στρατό και το ναυτικό. Ωστόσο, ένα τέτοιο πρόγραμμα ήταν δαπανηρό και συνεπαγόταν αυξημένη φορολογία.

Αυτό πρόσφερε εύκολο στόχο στο δημοφιλή και δημαγωγό Δηλιγιάννη, ο οποίος δεν είχε πρόβλημα να δηλώνει ότι ήταν αντίθετος προς οτιδήποτε υποστήριζε ο Τρικούπης. Η επιδεικτική λαϊκιστική ρητορεία του Δηλιγιάννη και η φλογερή προάσπιση μιας «Μεγαλύτερης Ελλάδας», χωρίς αμφιβολία εξέφραζε πιο πιστά τους ενθουσιασμούς και τους μύχιους πόθους του απλού πολίτη από τα αυστηρά μεταρρυθμιστικά προγράμματα του Τρικούπη. Οι παράτολμες όμως πολιτικές επιλογές του Δηλιγιάννη, στις περιόδους που ήταν στην εξουσία, δεν μπορούσαν παρά να θέσουν σε δοκιμασία την ήδη εξασθενημένη οικονομία, όπως συνέβη με τη θνησιγενή κινητοποίηση στη διάρκεια της βουλγαρικής κρίσης του 1885, η οποία κατέληξε στον αποκλεισμό της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Επιπλέον, η φιλοπολεμική του πολιτική έμελλε να καταλήξει σε ήττα το 1897, στη διάρκεια του καταστροφικού πολέμου των τριάντα ημερών με την Τουρκία.

R. Clogg, Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770-1990,

εκδ. Ιστορητής, Αθήνα 1995, σσ. 71-72

ΚΕΙΜΕΝΟ Β

Οι φόροι που είχε αναγκασθεί να επιβάλει ο Τρικούπης, καθώς και τα δάνεια που είχε συνάψει για να φέρει σε πέρας το μεγαλόπνοο έργο του, είχαν προκαλέσει τη δυσφορία ενός μεγάλου μέρους του λαού.

Τη δυσφορία αυτή τη καλλιέργησε με δημαγωγικό τρόπο η αντιπολίτευση που του κόλλησε και το επίθετο «φορομπήχτης». Έτσι ο αρχηγός της Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ανταποκρινόμενος στις επιθυμίες του λαού και υποσχόμενος να κυβερνήσει χωρίς την επιβολή νέων φόρων και χωρίς τη σύναψη νέων δανείων, κατορθώνει να τον ανατρέψει στις 7 Απριλίου 1885.

Απ. Βακαλόπουλου, Νέα Ελληνική Ιστορία 1204-1985, εκδ. Βάνιας,

Θεσσαλονίκη 1991, σ. 310

ΚΕΙΜΕΝΟ Γ

Στο πλαίσιο των γενικών πολιτειακών συντεταγμένων που συγκροτούσαν την οργάνωση της πολιτείας, τις οποίες προσπάθησε να αναδιοργανώνει ο Τρικούπης πρέπει να ερμηνευθούν οι προσπάθειες του Χ. Τρικούπη για την αναδιάρθρωση της κρατικής μηχανής και για τη δημιουργία ενός σύγχρονου δημοσιοϋπαλληλικού σώματος που να λειτουργεί άρτια. Πραγματικά, σε όλο το διάστημα του 19ου αιώνα η κρατική μηχανή, υπερτροφικά στελεχωμένη, δεν μπορούσε να είναι μηχανισμός ασκήσεως κρατικής πολιτικής. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, σε όλα τα επίπεδα, εξαρτιόταν άμεσα από την πολιτική εξουσία, όντας ταυτόχρονα και οι αναγκαίοι παράγοντες των πολιτικών κυκλωμάτων και φατριών: η έλλειψη μονιμότητας και η συνακόλουθη επαγγελματική και οικονομική τους ανασφάλεια τους καθιστούσε όργανα των πολιτικών τους προστατών. Έτσι, οι κρατικές αρμοδιότητες που ασκούσαν, και που μόνο τυπικά οροθετούνταν από τη σύννομη λειτουργικότητά τους, χρησιμοποιούνταν κατά κύριο λόγο για την προώθηση των πολιτικών και κυρίως των εκλογικών συμφερόντων των προστατών τους, εμπεδώνοντας τις συγκροτημένες πολιτικο-κομματικές φατρίες.

Ι.Ε.Ε., τόμ. ΙΔ΄, σ. 42

ΚΕΙΜΕΝΟ Δ

Από την άλλη πλευρά, ο δηλιγιαννισμός, ή μάλλον ο αντι-τρικουπισμός, αποτελούσε ένα κίνημα όχι λιγότερο νέο από το προηγούμενο. Προερχόταν ασφαλώς από την παράδοση του Ι. Κωλέττη και του Αλ. Κουμουνδούρου. Στις γραμμές του βρίσκουμε τους οπαδούς των παλιών κομμάτων με το γαλλικό και ρωσικό προσανατολισμό. Φαίνεται ότι το κοινό στοιχείο και των δυο αυτών τάσεων ήταν ο αντι-αγγλισμός, ο οποίος τις οδήγησε ως τη συγχώνευση σε ένα ενιαίο κόμμα. Ο αντι-αγγλισμός του κόμματος αυτού έγινε ακόμα πιο έκδηλος όταν αργότερα άρχισε να εγκαταλείπει και τη Ρωσία και τη Γαλλία, προκειμένου να βρεθεί στην ίδια πλευρά με το ανερχόμενο στρατόπεδο της κεντρικής Ευρώπης και ειδικότερα με τη Γερμανία. Στο αντι-τρικουπικό στρατόπεδο συσπειρώθηκαν τα στοιχεία του εγχώριου μικροαστισμού. Ολόκληρο το απρόσωπο πλέγμα σχέσεων γύρω από το κράτος και την πολιτική εξουσία προσπάθησε να αποτρέψει τον επιδιωκόμενο (από τον Τρικούπη) έλεγχο του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου.

Ι.Ε.Ε., τόμ. ΙΔ΄, σ. 23

«Απέναντι στο εκσυγχρονιστικό κράτος του Χ. Τρικούπη αντιπαρατίθεται το κράτος κοινωνικής αλληλεγγύης του Θ. Δηλιγιάννη». Να σχολιάσετε την παραπάνω άποψη λαμβάνοντας υπόψη σας τις πηγές και το κείμενο του βιβλίου σας.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΟΜΑΔΑ Α

Α1: 1-Λάθος, 2-Λάθος, 3-Σωστό, 4-Σωστό, 5-Λάθος

Α2.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ

ΓΕΓΟΝΟΣ

1866

Η Γαλλοϊταλική εταιρεία Σερπιέρη-Ρου επενδύει στα μεταλλεία του Λαυρίου

1881-1893

Διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου

12 Οκτωβρίου 1862

Απομάκρυνση Όθωνα

15 Μαρτίου 1910

Διάλυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου

Νοέμβριος 1919

Η συνθήκη του Νεϊγύ

30 Ιανουαρίου 1923

Ελληνοτουρκική Σύμβαση ανταλλαγής των πληθυσμών Ελλάδας- Τουρκίας

Δεκέμβριος 1926

Συμφωνία των Αθηνών

1922-1931

Αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων κατά 50%

2 Νοεμβρίου 1905

Συμφωνία των Μουρνιών για τη λήξη της επανάστασης στο Θέρισο

18 Σεπτεμβρίου 1906

Ο Ανδρέας Ζαΐμης ανέλαβε τα καθήκοντα του Ύπατου Αρμοστή

Β1.

Τανζιμάτ: Σχολικό Βιβλίο σελίδα 39.

Ε.Α.Π.:Η ελληνική κυβέρνηση, μπροστά στο τεράστιο έργο της περίθαλψης και αποκατάστασης των προσφύγων που έπρεπε να αναλάβει, ζήτησε τη βοήθεια της Κοινωνίας των Εθνών (ΚΤΕ). Με πρωτοβουλία της ΚΤΕ, το Σεπτέμβριο του 1923 ιδρύθηκε ένας αυτόνομος οργανισμός με πλήρη νομική υπόσταση, η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), με έδρα την Αθήνα. Βασική αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει στους πρόσφυγες παραγωγική απασχόληση και οριστική στέγαση.

Η ΕΑΠ υλοποίησε το έργο της προσφυγικής αποκατάστασης λαμβάνοντας υπόψη της κάποιες παραμέτρους-κριτήρια (τη διάκριση σε «αστούς» και «αγρότες», τον τόπο προέλευσης, τις αντικειμενικές συνθήκες). Ασχολήθηκε κυρίως με τη αγροτική αποκατάσταση, ενώ στις πόλεις πρόσφερε οικονομική βοήθεια σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, οικοτεχνικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων (όπως η ταπητουργία). Η λειτουργία της ΕΑΠ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη του έργου της αποκατάστασης των προσφύγων, μεγάλο μέρος του οποίου έγινε από το 1924 έως το 1928. Το γεγονός ότι ήταν ένας οργανισμός υπό διεθνή έλεγχο τη βοήθησε να είναι αποστασιοποιημένη από την ταραγμένη ελληνική πολιτική ζωή και ως εκ τούτου αποτελεσματικότερη. Βέβαια, για την υλοποίηση των προγραμμάτων της το ελληνικό κράτος της παραχώρησε τα υλικά μέσα και το ανθρώπινο δυναμικό. Και αν σε κάποιες περιπτώσεις το έργο των κατά τόπους επιτροπών της ΕΑΠ ή του κράτους γινόταν βιαστικά, εμπειρικά και πρόχειρα ή εξυπηρετούσε απλώς άμεσες ανάγκες και πολιτικές σκοπιμότητες, αυτό δεν μειώνει τη σπουδαιότητα του συνολικού έργου που επιτεύχθηκε.

Κρητική πολιτοφυλακή: Η ίδρυση Κρητικής Πολιτοφυλακής, κρητικού στρατού, που θα αντικαθιστούσε τα ξένα στρατεύματα που υπήρχαν στο νησί, αποτελούσε τον πρώτο στόχο του Ελ. Βενιζέλου για τη σταδιακή επίλυση του Κρητικού Ζητήματος. ΟΒενιζέλος, βλέποντας τα πράγματα πρακτικότερα και ρεαλιστικότερα, θεωρούσε ότι η λύση του Κρητικού Ζητήματοςέπρεπε να είναι σταδιακή, με βαθμιαίες κατακτήσεις. Ως πρώτη μάλιστα κατάκτηση θεωρούσε την απομάκρυνση των ξένων στρατευμάτων από τις κρητικές πόλεις και την αντικατάσταση τους από ντόπια πολιτοφυλακή, με Έλληνες αξιωματικούς. Η απόφαση για την ίδρυση κρητικού στρατού πάρθηκε από τη Διεθνή Επιτροπή που έφτασε στο νησί τον Φεβρουάριο του 1906. Το οριστικό κείμενο των μεταρρυθμίσεων προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την ίδρυση Κρητικής Πολιτοφυλακής, με Έλληνες αξιωματικούς που προηγουμένως θα παραιτούνταν από τον ελληνικό στρατό, και την ανάκληση των ξένων στρατευμάτων, μετά την αποκατάσταση της εσωτερικής γαλήνης στην Κρήτη. Την περίοδο τηςΑρμοστείας του Αλεξάνδρου Ζαΐμη,οργανώθηκε για πρώτη φορά η Πολιτοφυλακή της Κρήτης, δηλαδή ο πρώτος στρατός του νησιού (1907), που εξελίχθηκε σε αξιόλογη δύναμη, όπως φάνηκε αργότερα στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913. Η παρουσία των ξένων στρατευμάτων κατέστη πλέον περιττή και οι Μ. Δυνάμεις αποφάσισαν να εκκενώσουν την Κρήτη μέσα σε ένα χρόνο, με μόνη εγγύηση την ασφάλεια των μουσουλμάνων της νήσου.

Γ1. Τα οικονομικά μεγέθη της χώρας, ο μικρός πληθυσμός, η περιορισμένη αγοραστική δυνατότητα των κατοίκων της, η απουσία παραγωγικών μονάδων μεγάλου μεγέθους καθήλωναν, σε ολόκληρο το 19ο αιώνα, την εσωτερική εμπορική κίνηση σε πολύ χαμηλά επίπεδα. … Για τους ίδιους λόγους, το εμπόριο της χώρας συνδέθηκε με το εξωτερικό, από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας. Έτσι λοιπόν, όταν εξετάζουμε το εμπόριο της Ελλάδας μέχρι το 1913, εννοούμε βασικά το εξωτερικό εμπόριο. … Η ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου ακολούθησε ρυθμούς ανάλογους με τη γενικότερη βελτίωση των εθνικών οικονομικών μεγεθών αλλά και με τους ρυθμούς ανάπτυξης της διεθνούς εμπορικής κίνησης. … Στην κατηγορία των πρώτων υλών, τις εξαγωγές συμπλήρωναν τα μεταλλευτικά προϊόντα, που από το τέλος του 19ου αιώνα πλησίαζαν το 1/5 της συνολικής αξίας των εξαγωγών. Επρόκειτο κυρίως για μόλυβδο, για μαγγανιούχα μεταλλεύματα, για σμύριδα και θηραϊκή γη. (Συνέχεια: Σχολικό βιβλίο σελ. 25, κεφάλαιο Β4 «Η εκμετάλλευση των ορυχείων»)

Γ2. Σχολικό βιβλίο σελ. 84-85, (Κατά την περίοδο της διακυβέρνησης… και να ασκεί προσωπική πολιτική).

Γ3. Σχολικό βιβλίο σελ. 140, («Η περίθαλψη» 1914-1921)

ΟΜΑΔΑ Β

ΠΗΓΗ 1

Σχολικό βιβλίο«Η βιομηχανία»: «Η εμφάνιση και ανάπτυξη της βιομηχανίας… οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη στασιμότητα». Όπως φαίνεται στον πίνακα και το ιστορικό παράθεμα, η πρώτη απόπειρα ανάπτυξης βιομηχανικής δραστηριότητας στη χώρα, ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1860. Συγκεκριμένα το 1867 υπήρχαν 22 βιομηχανίες ιπποδύναμης 300 ίππων που απασχολούσαν 7.300 εργάτες. Λίγα χρόνια αργότερα, γύρω στο 1870, παρατηρείται κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων, αλλά και κάποια τάση αύξησης του δυναμικού των υπαρχουσών μονάδων. Μέχρι το 1875 οι βιομηχανικές μονάδες ανέρχονται σε 95 κι ενώ αυξάνει η ιπποδύναμή τους σε 1967 ίππους, αυξάνεται ελάχιστα το εργατικό δυναμικό, μόλις 42 εργάτες επιπλέον. Το 1878 οι επιχειρήσεις ανέρχονταν σε 108 και το 1889 σε 145, με το εργατικό δυναμικό να μένει στάσιμο, αλλά να αυξάνεται η ιπποδύναμη σε 2.884 και 8.568 ίππους αντίστοιχα. Στατιστικά φαίνεται εντυπωσιακή η αύξηση. Έως το 1889 οι βιομηχανικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 4.000% σε σχέση με τις ανύπαρκτες σχεδόν επιχειρήσεις του 1830. Για να γίνει όμως σωστά η αποτίμηση, χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η ποιοτική και όχι η ποσοτική ανάπτυξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 50 εργοστάσια που δημιουργήθηκαν μεταξύ των ετών 1875 και 1889, τα 44 ήταν αλευρόμυλοι και τα 4 ελαιοτριβεία. Φαίνεται επίσης ότι αυτή η αύξηση σχετιζόταν περισσότερο με την εδαφική επέκταση της χώρας και την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας, το 1881, αφού τα περισσότερα από αυτά εξυπηρετούσαν τη σιτοπαραγωγή των νέων εδαφών.

Σχολικό βιβλίο: «Οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται… στις αρχές του νέου αιώνα». Στις δεκαετίες 1910 και 1920 αυξήθηκε εντυπωσιακά ο αριθμός των εργατών, καθώς και η εγκατεστημένη ιπποδύναμη. Οι 5.500 ίπποι του 1893 (κατά άλλους 10.000 ίπποι) έγιναν 60.000 περίπου το 1920 και 230.000 το 1929, ενώ το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε σε 35.500 το 1917 και 59.120 άτομα το 1920. Τα εργοστάσια από 208 περίπου το 1893, ανήλθαν σε 335 το 1909, 2.213 το 1917 και 2.905 το 1920. Αντίστοιχη ήταν και η αύξηση της αξίας των εγκαταστάσεων η οποία το 1920 ξεπερνούσε πλέον τα 220 εκ. Η μεταβολή που παρουσιάστηκε στην ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας εκτός από ποσοτική ήταν και ποιοτική. Υπήρχαν εργοστασιακές μονάδες τη δεκαετία του 1920 που απασχολούσαν πάνω από 6 εργάτες, κάτι που τα προηγούμενα έτη δεν ίσχυε. Από αυτές οι 492 απασχολούσαν κατά μέσο όρο 76 εργάτες η καθεμιά. Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ανάπτυξη και διαφοροποίηση της βιομηχανίας σε σχέση με τον προηγούμενο αιώνα, όμως δεν έλυσε το χρόνιο πρόβλημα της γενικότερης βραδείας ανάπτυξης.

Σχολικό βιβλίο: «Η βιομηχανία υπέφερε… με την ενσωμάτωση μεγάλων εκτάσεων και πληθυσμών». Αυτή η βιομηχανία δεν μπορεί να συγκριθεί με τους δυτικούς ανταγωνιστές, αφού τα εργοστάσια ήταν μικρά και λειτουργούσαν με χαμηλής ποιότητας τεχνολογία. Επρόκειτο για μια ιδιόμορφη ανάπτυξη της οποίας οι χρόνιες αδυναμίες συνέχισαν να εμποδίζουν την ανάδειξή της σε κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας. Αδύναμη να αντέξει τον εξωτερικό ανταγωνισμό, η βιομηχανία παρέμεινε προσηλωμένη σε δευτερεύουσες δραστηριότητες, αναζητώντας τη σωτηρία της στην παρέμβαση του κράτους, με δασμολογικά ή άλλα ενισχυτικά μέτρα.

ΠΗΓΗ 2

Σχολικό βιβλίο «Η εδραίωση του δικομματισμού»: «Το διάστημα μεταξύ… θεμελιώθηκαν». Τα παραπάνω στοιχεία συμφωνούν και με τα ιστορικά παραθέματα. Ο Τρικούπης επεδίωκε να αναδιαμορφώσει την πολιτική στα πρότυπα της Ευρώπης και να εκσυγχρονίσει την οικονομία. Στόχευε στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας, την ανάπτυξη της βιομηχανίας, τη βελτίωση των επικοινωνιών και το αξιόμαχο του στρατού και του ναυτικού. Γι’ αυτό και θεωρούσε αναγκαίο να προπορευτούν τα δημόσια έργα, όπως η διάνοιξη του Ισθμού στην Κόρινθο, και έθεσε σε δεύτερη μοίρα την αύξηση των συνόρων.(Σχολικό βιβλίο: «Το τρικουπικό κόμμα ήδη… πτώχευση»).

Σχολικό βιβλίο: «Μέχρι τη δεκαετία του 1870… ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης»). Εκτός λοιπόν από την οικονομική του πολιτική, ο Τρικούπης, προσπάθησε να εκσυγχρονίσει και τη διοίκηση, καθώς και τους πολιτειακούς θεσμούς που την καθόριζαν, για να ανασυγκροτήσει τον κρατικό μηχανισμό και οι δημόσιοι υπάλληλοι να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της νέας εποχής. Καθ’ όλο το διάστημα του 19ου αιώνα είχε αυξηθεί πολύ ο αριθμός των κρατικών υπαλλήλων, ενώ η ανυπαρξία νόμων για την μονιμοποίηση τους οδηγούσε αναγκαστικά στην άμεση εξάρτησή τους από τους πολιτικούς. Για να εξασφαλίσουν την εργασία και τον μισθό τους κατέληγαν υποχείρια των πολιτικών ομάδων που τους διόριζαν και δρούσαν προάγοντας τα συμφέροντα αυτών των ομάδων. Τελικό αποτέλεσμα του τρόπου διορισμού των υπαλλήλων του δημοσίου ήταν ούτε αυτοί να είναι ικανοί και να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εργασίας τους, αλλά ούτε και η κρατική μηχανή να μπορεί να λειτουργήσει προς το συμφέρον όλου του λαού.

Οι αντίθετοι με την πολιτική του Τρικούπη βουλευτές συσπειρώθηκαν γύρω από τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό εξέφραζε πολιτικές απόψεις αντίθετες από αυτές του Χ. Τρικούπη. Οι πολιτικές επιλογές και ο τρόπος δράσης του Δηλιγιάννη έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό τόσο με τις πολιτικές που εφάρμοσε ο Κωλέττης, αλλά και με αυτές του Κουμουνδούρου. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οπαδοί του προέρχονταν από το ρωσόφιλο και γαλλόφιλο χώρο και στόχευαν περισσότερο να καταγγείλουν την αγγλόφιλη πολιτική παρά να προτείνουν κάποιο ξεκάθαρο πρόγραμμα διοίκησης και οργάνωσης του κράτους. Το μόνο κοινό στοιχείο των οπαδών του ήταν η έκφραση αντίθεσης στους αγγλόφιλους, χωρίς άλλη καθορισμένη ιδεολογία, και γι’ αυτό αργότερα άρχισαν να προσχωρούν με ευκολία στην φιλογερμανική πολιτική που είχε αρχίσει να επηρεάζει την κεντρική Ευρώπη και που επίσης αντιπολιτευόταν την αγγλική πολιτική. Οι μικροαστοί που τον στήριζαν θέλησαν να αποτελέσουν τροχοπέδη στην πολιτική του Τρικούπη που υποστήριζε το μεγάλο κεφάλαιο.

Με δημαγωγική και λαϊκίστικη πρακτική, ο Δηλιγιάννης, δήλωνε ευθαρσώς ότι ήταν αντίθετος σε κάθε μέτρο που πρότεινε ο Τρικούπης. Προήγαγε κυρίως την Μεγάλη Ιδέα και την εξωτερική πολιτική, θρέφοντας τις βαθύτερες ελπίδες του λαού για ένα μεγάλο κράτος και μια συνέχεια της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η εφαρμογή όμως αυτής της πολιτικής είχε ως αποτέλεσμα να επιφέρει ακόμη μεγαλύτερο πλήγμα στην οικονομία της χώρας. Αυτό απέδειξε η πολεμική προετοιμασία και η επιστράτευση τόσο το 1885, εναντίον της Βουλγαρίας και ο συνακόλουθος αποκλεισμός της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις, όσο και ο ατυχής πόλεμος των 30 ημερών του 1897 που οδήγησε στην ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία. (Σχολικό βιβλίο: «Ο Δηλιγιάννης δεν αποδεχόταν… για την κατάληψη δημοσίων θέσεων»).

Κατηγορούσε τον Τρικούπη για την εξαντλητική του φορολογική πολιτική και υποσχόταν ελάφρυνση από τους φόρους, πολιτική που δεν κατάφερε να εφαρμόσει δεδομένης της κακής οικονομικής κατάστασης του κράτους. Έτσι, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία και νέους φόρους επέβαλε και νέα δάνεια με το εξωτερικό σύναψε, με αποτέλεσμα να χάσει εκ νέου την εξουσία στις 7 Απριλίου του 1885. (Σχολικό βιβλίο: «Στα εδάφη της Θεσσαλίας… παραγωγικές δραστηριότητες»).

*Επεξεργασία θέματος: Μαργαρίτα Κλαδιά, Ιστορικός- Αρχαιολόγος, καθηγήτρια Φροντιστηρίων «ΧΡΟΝΟΣ»

*Τα θέματα βρίσκονται στις Εκδόσεις των Φροντιστηρίων «ΧΡΟΝΟΣ»

Ετικέτες

Η ΓΝΩΜΗ ΣΟΥ ΜΕΤΡΑΕΙ